Αρχική > συνταγμα, αυτοκτονίες > Ο γέροντας αυτός ήταν ο πατέρας μας…

Ο γέροντας αυτός ήταν ο πατέρας μας…

Η αυτοκτονία ενός ανθρώπου στο κέντρο της Αθήνας δεν είναι κάτι που μπορεί να αφήσει κάποιον ασυγκίνητο. Αναρωτιέται όμως κανείς πόσο απόγνωση μπορεί να ένιωσε αυτός ο άνθρωπος, και οι σχεδόν δύο την ημέρα, που «διαλέγουν» αυτή τη «λύση». Το γιατί βέβαια το ξέρεις. Το φώναξε και ο ίδιος με τον τρόπο του.
Και σε πιάνει η οργή. Η οργή για ένα σύστημα που οδηγεί ανθρώπους μετά από μια ολόκληρη ζωή αγώνα να αυτοκτονούν, οργή γιατί ο κάθε Μπεγλίτης μπορεί ακόμη να έχει το θράσος να εκφράζεται με αυτόν το κυνικό και απαξιωτικό τρόπο. Δεν ξάφνιασε δεν περιμένει κανείς τίποτα καλύτερο από έναν αστό, αυτά που είπε εκφράζουν την τάξη του και τον τρόπο που σκέφτεται, τα αισθήματά τους για το λαό αυτά είναι. Δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Η οργή λοιπόν έχει να κάνει γιατί ακόμη έχουν τη δυνατότητα να εκφράζονται και να φέρονται έτσι. Μια δυνατότητα που ναι μεν είναι επείγον να τους αφαιρεθεί αλλά ακόμη έχουμε πολύ δρόμο για κάτι τέτοιο. Αυτό φάνηκε και από τη χθεσινή συγκέντρωση.
Για την ιστορία μαζευτήκαμε γύρω στα δυό χιλιάδες άνθρωποι στο Σύνταγμα, κυρίως νεολαίοι,  και βουβοί. Σταματώ εδώ και αναδημοσιεύω το σημείωμα του Οικοδόμου που το συνυπογράφω. Γιατί κατά τα άλλα πείξαμε στα μεγάλα λόγια και στα προεκλογικά φυλλάδια! 
Ο μπαρμπα Μήτσος. Για άλλους, ο κυρ Δημήτρης. Έφυγε με το κεφάλι ψηλά, μα μ’ ένα τέλος που δεν του ‘πρεπε. Σε κανέναν άνθρωπο. Κάποτε, κάπου   μύρισε τη ζωή. Έκλαψε, γέλασε, μεγάλωσε –μπορεί και με στερήσεις, δεν έχει σημασία- ερωτεύτηκε, πόνεσε, υπηρέτησε την πατρίδα, αγάπησε, έκανε παιδιά, δούλεψε, κουράστηκε, πάλεψε, απόκαμε. Όπως έκανε ο πατέρας μου και ο δικός σου πατέρας, οι πατεράδες όλων μας…
Τι να ζητάει ένας άνθρωπος σ’ αυτήν την ηλικία… Για ποιο λόγο να πάλεψε τόσα χρόνια σ’ αυτή τη ζωή… Για να ζήσει με αξιοπρέπεια! Για να μπορεί τις νύχτες να κλείνει τα μάτια του ευτυχισμένος. Και τα πρωινά να χαίρεται την καινούργια μέρα. 
Να κρατάει το χέρι της γερόντισσας και να καμαρώνουν μαζί τα παιδιά, να χαίρονται τα εγγόνια τους. Να είναι περήφανος που όσα, απλά και αυτονόητα, προσπάθησε να φτιάξει, τα πέτυχε. Και τώρα να τα γεύεται ήσυχος. Με τις υποχρεώσεις του ήταν εντάξει, το μερίδιο που του χρέωσαν… Ένας άντρας νοικοκύρης, που περπατούσε  στο δρόμο με το κεφάλι ψηλά. Όπως και ο πατέρας μας.
Όμως δεν τα λογάριασε καλά. Δεν πέρναγαν όλα απ’ τα δικά του χέρια. Λίγο πιο πέρα,  κάποιοι παραφύλαγαν καλά κρυμμένοι. Πέφτουν πάνω του με τα γαμψά τους νύχια και τον ματώνουν. Του αρπάζουν αυτό που μια ζωή φύλαγε σαν πολύτιμο θησαυρό, την αξιοπρέπειά του. Του ποδοπατούν την ανθρώπινη υπόσταση. Του κλέβουν το οξυγόνο. Ο γέροντας τρέκλισε, δεν άντεξε, απόκαμε, έπεσε..  Δεν φτάνουν τα κουράγια.
Πήρε την απόφαση να φύγει…
Μάζεψε όση δύναμη του είχε απομείνει και στάθηκε όρθιος. Με όση αξιοπρέπεια μπόρεσε να κρύψει από τους ληστές. Δεν μίλησε, δεν φώναξε, ούτε ένα «γεια»…  Δεν ζήτησε τίποτα από κανέναν. Ευχήθηκε μόνο, κάποιοι, νεώτεροι και  πιο δυνατοί από αυτόν, να φέρουν μια μέρα πίσω την κλεμμένη αξιοπρέπεια. Τη δική του και τη δική μας. Και έφυγε μόνος… όπως ήρθε… 

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: